Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
23 / 3 / 2022

Αυτό το βιβλίο, το Weaveworld, το είχα διαβάσει στα αγγλικά· δε θυμάμαι τι με είχε κάνει να το αγοράσω και στα ελληνικά, ή αν ίσως μου το είχαν φέρει δώρο, αλλά τυχαίνει να είναι στο σπίτι μου. Το εξώφυλλο δεν είναι άσχημο. Κάπως συμβολικό φαίνεται. Κυριολεκτικά. Είναι γεμάτο σύμβολα. Ορισμένα θα μπορούσες να πεις ότι είναι μυστικιστικά. Αλλά, επίσης, είναι ένα εξώφυλλο που θα ταίριαζε σε διάφορα βιβλία· δεν έχει κάτι το χαρακτηριστικό του Υφαντόκοσμου.

Νομίζω ότι προσπάθησαν να μιμηθούν το αγγλικό εξώφυλλο (αυτό) αλλά χωρίς την εικόνα στο κέντρο! (Πού να πληρώνεις τώρα ζωγράφο;)

Αξιοσημείωτο, δε, ότι κάτω από τον τίτλο βλέπουμε να γράφει 26η χιλιάδα με κεφαλαία γράμματα. Είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως στα ελληνικά βιβλία: να βάζουν οι εκδότες στο εξώφυλλο πόσες χιλιάδες έχουν πουλήσει σαν να πρόκειται για αγώνας δρόμου. Πολλές φορές, δε, αμφιβάλλεις ότι λένε αλήθεια ή αν τα γράφουν για διαφημιστικούς λόγους. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις, μπορείς να είσαι σίγουρος ότι είναι για διαφημιστικούς λόγους, βάζοντας ένα, δυο μηδενικά πίσω από τον πραγματικό αριθμό αντιτύπων που έχουν πουλήσει. Μάλλον θεωρούν πως ο Έλληνας αναγνώστης εντυπωσιάζεται από τους μεγάλους αριθμούς. Δυστυχώς, ίσως να έχουν δίκιο... Οι ελάχιστοι Έλληνες αναγνώστες μπορεί και να πέφτουν σ’αυτό το πρόχειρο δόκανο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν ξέρω αν μπορεί να είναι αλήθεια ή ψέματα ότι έχουν ήδη πουλήσει 25.000 αντίτυπα. Ρίχνοντας μια ματιά στη σελίδα που συνήθως λένε «ταυτότητα του βιβλίου» βλέπω ότι έχει κάνει τρεις εκδόσεις: μία το 1989, μία το 1997, και μία το 2002. Τότε ήταν καλύτερες εποχές για τα βιβλία, νομίζω. Και ο Μπάρκερ είναι γνωστός συγγραφέας. Ίσως και να τα είχαν πουλήσει. Ποιος ξέρει;

Όπως και νάχει, έχοντας κι ο ίδιος ασχοληθεί με εκδόσεις και ξέροντας πώς κινείται η αγορά, δε μ’αρέσει καθόλου να βλέπω αριθμούς αντιτύπων στα εξώφυλλα των βιβλίων. Μου σηκώνεται η τρίχα.

Παλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]